Λεύκη

Η νόσος

Η λεύκη είναι μια επίκτητη δυσλειτουργία αποχρωματισμού του δέρματος κατά την οποία καταστρέφονται τα μελανοκύτταρα (τα κύτταρα που παράγουν τη χρωστική ουσία στο δέρμα). Εμφανίζεται με ευκρινείς λευκές κηλίδες σε διάφορα μέρη του σώματος.

Στις περιοχές που εμφανίζεται η λεύκη και υπάρχει τριχοφυΐα, το χρώμα της τρίχας μπορεί να γίνεται λευκό. Η λεύκη μπορεί να επηρεάζει τις δύο βλεννογόνους, τους ιστούς δηλαδή που βρίσκονται στο εσωτερικό του στόματος και της μύτης, καθώς και τον αμφιβληστροειδή (το εσωτερικό στρώμα του βολβού του ματιού).

Η ιστορία της λεύκης

O Ρωμαίος γιατρός Celsus εισήγαγε τον όρο «λεύκη» το 2ο αι. μΧ. Η λεύκη προέρχεται από τη λατινική λέξη vitium, που σημαίνει ψεγάδι. Η λατινική προέλευση σχετίζεται με τη λευκή, αστραφτερή σάρκα των μόσχων (vitelius).

Η λεύκη περιγράφηκε για πρώτη φορά πριν από 3500 και πλέον χρόνια. Τα προ-ινδουιστικά και αρχαία αιγυπτιακά κείμενα μιλούν για αποχρωματισμένες κηλίδες. Στο Ebers Papyrus, μια αιγυπτιακή συλλογή που χρονολογείται μεταξύ του 1500 - 3000 π.Χ., η λέπρα καταγράφεται ως ένα χλωμό πρήξιμο και ξεχωρίζει από τη λεύκη. Ωστόσο, δεν υπάρχει οριοθέτηση μεταξύ των δύο ασθενειών ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην πρώτη περιγραφή της νόσου από τον Ιπποκράτη. Η θεραπεία που περιγράφεται στα αρχαία αιγυπτιακά και ινδικά κείμενα αναφέρει φυτά που περιέχουν ψωραλένιο, όπως το Αιγοπόδιο και η Ψωραλέα, που εφαρμόζονται στις αποχρωματισμένες κηλίδες και μετά εκτίθενται στον ήλιο, μία μέθοδος που σήμερα είναι γνωστή ως φωτοχημειοθεραπεία.

Τα περιστατικά της λεύκης δεν ήταν γνωστά στους Ευρωπαίους τον Μεσαίωνα. Τον 16ο αιώνα ο Ιταλός γιατρός Mercurialis όρισε την παθογένεια της λεύκης στο βιβλίο του De Morbus Cutaneis (Περί ασθενειών του δέρματος). Τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα στην Ευρώπη, ο Γάλλος γιατρός Claude Nicolas Le Cat δημοσίευσε σύγγραμμα για τις εθνοτικές διαφορές στο χρωματισμό του δέρματος, περιγράφοντας διάφορες περιπτώσεις της λεύκης σε μικρές περιοχές του δέρματος και συμμετρικά στα χέρια και το πρόσωπο.

Στο τέλος του 19ου αιώνα, ο Moriz Kaposi της Βιέννης περιέγραψε την ιστοπαθολογία της λεύκης, όπως η έλλειψη κοκκίων χρωστικής στις απολήξεις της επιδερμίδας μέσα στο χόριο. Ο Pierre Louis Alphee Cazenave της Γαλλίας έκανε τη σύνδεση μεταξύ λεύκης και γυροειδούς αλωπεκίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα, η αιτία της λεύκης αποδόθηκε σε βλάβη στα περιφερικά νεύρα.

Το 1959, ο Aaron Lerner ανέφερε έναν ασθενή με εγκάρσια μυελίτιδα στον οποίο η λεύκη περιορίστηκε στο δέρμα επάνω από τη βλάβη. Ανέφερε ότι ο φυσιολογικός χρωματισμός του δέρματος προκύπτει από την ισορροπία των αποτελεσμάτων από τη διέγερση της ορμόνης των μελανοκυττάρων, η οποία εκκρίνεται από την υπόφυση για να σκουραίνει το δέρμα και από την απελευθέρωση μιας ουσίας από τα περιφερικά νεύρα που τα κάνει ανοιχτόχρωμα.

Το 1947, ο Medhat El Mofty της Αιγύπτου αναβίωσε την αρχαία θεραπεία της λεύκης με επιτυχία χρησιμοποιώντας 8-μεθοξυψωραλένιο χορηγούμενο από το στόμα μαζί με εφαρμογή ηλιακού φωτός. Ήταν πάνω από δύο δεκαετίες προτού χρησιμοποιηθεί πηγή εκπομπής τεχνητής υπεριώδους ακτινοβολίας Α (UVA) σε συνδυασμό με 8-μεθοξυψωραλένιο από το στόμα. Επιπλέον, η χελλίνη, ένας αντι-ψωραλένιος από του στόματος παράγοντας, βρέθηκε να είναι αποτελεσματικός στη θεραπεία της λεύκης, όταν συνδυάζεται με το φυσικό φως του ήλιου.

Ακόμα κι αν η λεύκη, σε αντίθεση με τη λέπρα, δεν είναι μια μεταδοτική ασθένεια, ο στιγματισμός που φέρουν τα άτομα που πάσχουν από αυτή, σε ορισμένες κοινωνίες δεν έχει αλλάξει.

Η λεύκη δεν κάνει διακρίσεις

Η λεύκη επηρεάζει περίπου το 0,5% έως 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Στο 50% των ατόμων με λεύκη, η απώλεια χρωστικής του δέρματος αρχίζει πριν από την ηλικία των 20 και σε περίπου 80% αρχίζει πριν από την ηλικία των 30 ετών. Η λεύκη προσβάλλει εξίσου άτομα από τα δύο φύλα και όλες τις φυλές, ωστόσο, είναι πιο αισθητή σε άτομα με σκούρο δέρμα.

Επίσης, η λεύκη μπορεί να εμφανίζεται σε διάφορα μέλη της ίδιας οικογένειας. Τα παιδιά που οι γονείς τους έχουν λεύκη έχουν πιθανότητα να την αναπτύξουν κι εκείνα. Όμως, έχει παρατηρηθεί, ότι τα περισσότερα παιδιά, ακόμη και αν ο ένας γονέας έχει λεύκη, δεν θα την εμφανίσουν.


Η πορεία της λεύκης

Μόλις η λεύκη εμφανιστεί, η πορεία της είναι ασταθής και απρόβλεπτη. Το μόνο που μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα είναι ότι η λεύκη δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς τη σωστή αντιμετώπιση. Σε μερικούς ασθενείς η λεύκη παραμένει σε σταθερή κατάσταση, χωρίς καμία εξέλιξη για πολλά χρόνια, ενώ αντίθετα σε αρκετούς εμφανίζει ταχεία εξέλιξη μέσα σε λίγους μήνες.

Αρκετές μελέτες, που περιλαμβάνουν χρόνια παρατηρήσεων σε μεγάλο αριθμό ασθενών, έχουν προσπαθήσει να προσδιορίσουν δείκτες που να επιτρέπουν την πρόβλεψη της πιθανής εξέλιξης της λεύκης σε κάθε ασθενή ξεχωριστά. Ο μόνος δείκτης που μπορεί να προσδιοριστεί με αυτόν τον τρόπο είναι πώς αν η λεύκη εμφανιστεί σε περιοχές όπου υπάρχει τραύμα στο δέρμα, όπως γδάρσιμο ή γρατζουνιά, τότε, το πιο πιθανό είναι η λεύκη να επεκταθεί πολύ γρήγορα.