Φαρμακευτική αγωγή

Η φαρμακευτική τοπική αγωγή έχει διττό στόχο: την αναχαίτιση εξέλιξης της νόσου και τον επαναχρωματισμό στις λευκές βλάβες του δέρματος.

Τοπική εφαρμογή αλοιφών

Αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής για την τμηματική λεύκη και γίνεται με αλοιφές που περιέχουν είτε κορτικοστεροειδή ή αναστολείς καλσινευρίνης. Οι κορτικοστεροειδείς αλοιφές μπορούν να χρησιμοποιούνται στον κορμό και τα άκρα το πολύ έως 3 μήνες. Τα ισχυρά στεροειδή θα πρέπει να αποφεύγονται σε λεπτοδερμικές περιοχές του προσώπου (κυρίως τα βλέφαρα), το λαιμό, τις μασχάλες και τη βουβωνική χώρα. Οι αναστολείς της καλσινευρίνης μπορούν να εφαρμόζονται τοπικά στα βλέφαρα, το πρόσωπο, το λαιμό, τις μασχάλες και τη βουβωνική χώρα.


Τοπικά κορτικοστεροειδή

Οι αλοιφές χαμηλής, μέσης ή υψηλής δραστικότητας είναι εύκολες στη χρήση και βοηθούν σε κάποιο βαθμό στο να αποκατασταθεί η χρωστική ουσία, κυρίως όμως όταν εφαρμόζονται σε αρχικό στάδιο της λεύκης και στην εστιασμένη λεύκη. Εκτιμάται ότι στη θεραπεία της λεύκης έχουν ένα ποσοστό επιτυχίας 50-75%.

Πιθανώς δρουν ως ανοσορρυθμιστές. Τα μειονεκτήματά τους περιλαμβάνουν μη ομοιόμορφη δράση, μεγάλο χρόνο θεραπείας, ενώ, όταν χρησιμοποιούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορούν να προκαλέσουν ατροφία της επιδερμίδας που οδηγεί σε συρρίκνωση του δέρματος και εμφάνιση ραβδώσεων χρώματος ιώδους-ερυθρού.

Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες, που σχετίζονται με τα τοπικά κορτικοστεροειδή, μπορεί να οφείλονται σε συστημική απορρόφηση και περιλαμβάνουν γλαύκωμα, ανοχή και καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης, καθώς και σύνδρομο Cushing και καθυστέρηση ανάπτυξης σε βρέφη και παιδιά.


Τοπικοί αναστολείς καλσινευρίνης

Μια άλλη κατηγορία αλοιφών, που χρησιμοποιείται ειδικότερα για τη θεραπεία της λεύκης στην παιδική ηλικία αλλά και για μικρές περιοχές, όπως στο πρόσωπο και το λαιμό, περιλαμβάνει τακρόλιμους και πιμεκρόλιμους, που είναι αναστολείς της καλσινευρίνης. Οι αλοιφές αυτές έχουν λιγότερες παρενέργειες από τα κορτικοστεροειδή αλλά είναι το ίδιο αποτελεσματικές. Συνδέονται με την πρωτεΐνη ανοσοφιλίνη κι έτσι αναστέλλουν την αποφωσφορυλίωση και την ενεργοποίηση του πυρηνικού παράγοντα των ενεργοποιημένων Τ κυττάρων, η οποία με τη σειρά της προλαμβάνει την παραγωγή κυτοκίνης και τον πολλαπλασιασμό των Τ κυττάρων.

Οι κυτοκίνες περιλαμβάνουν ΤΝΡ-α και ΙΡΝ-γάμμα που είναι αυξημένες σε ασθενείς με λεύκη. Η τακρόλιμους, επίσης, προωθεί τον πολλαπλασιασμό των μελανοκυττάρων και των μελανοβλαστών. Οι παρενέργειες από την εφαρμογή των αναστολέων καλσινευρίνης περιλαμβάνουν αίσθηση καύσου, βραχύβιο κνησμό και ερύθημα.


Καλσιποτριόλη

Πρόκειται για ένα συνθετικό ανάλογο της βιταμίνης D3, το οποίο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ψωρίασης. Εφαρμόζεται στη θεραπεία της λεύκης λόγω των γνωστών ικανοτήτων του να προκαλεί υπερμελάγχρωση γύρω από την ψωριασική αλλοίωση. Ο μηχανισμός δράσης του δεν είναι γνωστός, αν και μπορεί να λειτουργεί στους υποδοχείς της βιταμίνης D3 ή να επηρεάζει τον ενδοκυτταρικό μεταβολισμό του ασβεστίου. Ίσως, πάλι, να ανοσορρυθμίζει τα Τ λεμφοκύτταρα, αναστέλλοντας την καταστροφή των μελανοκυττάρων.

Ο συνδυασμός της καλσιποτριόλης με στεροειδή είναι επιτυχής στην δράση επαναχρωματισμού των λευκών κηλίδων, γεγονός που κάνει τη διαδικασία σταθερή και ταχύτερη. Εφαρμόζεται μία ή δύο φορές την ημέρα. Οι παρενέργειες περιλαμβάνουν αίσθηση καψίματος και ερύθημα που και τα δύο είναι παροδικά.


Συστηματική θεραπεία

Η συστηματική θεραπεία για τη λεύκη περιλαμβάνει:
1
Από του στόματος χορήγηση μινοκυκλίνης, ένα αντιβιοτικό τετρακυκλίνης με αντι-φλεγμονώδεις ιδιότητες.

2
Χορήγηση από του στόματος στεροειδών για 3 έως 6 μήνες.

3
Υποδόρια αφαμελανοτίδη

Για τη θεραπεία της λεύκης, αναμένεται η ανάπτυξη βιολογικών παραγόντων.